Υπήρξε μια εικόνα από το τελευταίο «αντίο» στον Γιώργο Μαζωνάκη που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη.
Το φέρετρο περνούσε ανάμεσα στον κόσμο και δεκάδες χέρια ήταν σηκωμένα. Όχι μόνο για ένα τελευταίο χειροκρότημα. Κρατούσαν κινητά.
Άνθρωποι κατέγραφαν τη στιγμή, όπως καταγράφουμε πλέον μια συναυλία, ένα ταξίδι, ένα γεύμα, μια γιορτή. Μόνο που αυτή τη φορά μπροστά στην κάμερα βρισκόταν ένα φέρετρο.
Την ίδια στιγμή, τις προηγούμενες ημέρες είχε ανοίξει μια διαφορετική συζήτηση: ποιος έκανε ανάρτηση για τον θάνατο του καλλιτέχνη, ποιος δεν έκανε, ποιος μίλησε αρκετά, ποιος συνέχισε κανονικά τη ζωή του.
Και κάπου εκεί προκύπτει ένα ερώτημα που ξεπερνά κατά πολύ την περίπτωση του Γιώργου Μαζωνάκη:
Φτάσαμε στο σημείο να μην αρκεί να αισθανόμαστε, αλλά να πρέπει και να αποδεικνύουμε δημόσια ότι αισθανόμαστε;
Τι είναι αυτό που μας κάνει να σηκώνουμε το κινητό ακόμη και μπροστά σε ένα φέρετρο; Γιατί η απουσία μιας ανάρτησης μπορεί να θεωρηθεί έλλειψη συναισθήματος; Και τι συμβαίνει όταν ανάμεσα σε εμάς και σε μια από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της ζωής μπαίνει μόνιμα μια οθόνη;
Το VOLITICS έθεσε αυτά τα ερωτήματα στον Καθηγητή Γνωστικής Ψυχολογίας και Κυβερνοψυχολογίας του ΕΚΠΑ, Πέτρο Ρούσσο.
Η απάντησή του φωτίζει μια πλευρά των social media που ίσως δεν αφορά τελικά τις πλατφόρμες όσο αφορά εμάς τους ίδιους.
«Δεν αρκεί πάντοτε να αισθανόμαστε κάτι, αλλά πρέπει και να το αποδεικνύουμε δημόσια»
Η ανάγκη των ανθρώπων να μοιράζονται το πένθος τους, όπως και η κοινωνική προσδοκία να το εκφράζουν, είναι πολύ παλαιά ανθρώπινα και κοινωνικά φαινόμενα. Αυτό που άλλαξαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η κλίμακα και, κυρίως, η ορατότητα αυτής της έκφρασης. Σήμερα, η ανάρτηση λειτουργεί συχνά ως δημόσιο ίχνος συναισθήματος: δηλώνουμε ότι θυμόμαστε, ότι πενθούμε, ότι συμμετέχουμε. Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η σιωπή μπορεί άδικα να ερμηνευθεί ως απουσία συναισθήματος ή αδιαφορία. Έτσι, δημιουργείται η παράδοξη πίεση ότι δεν αρκεί πάντοτε να αισθανόμαστε κάτι, αλλά πρέπει και να το αποδεικνύουμε δημόσια.




ΣΧΟΛΙΑ