Οι προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε στην περιοχή μας είναι πολλές.
Η πρώτη πρόκληση είναι το νερό. Η νέα ΚΑΠ επιτρέπει ενισχύσεις και επενδύσεις για αποδοτική διαχείριση νερού, ανθεκτικότητα και κλιματική προσαρμογή. Όμως στη Θεσσαλία οι παραγωγοί προτιμούν συχνά λύσεις που συνδυάζουν εξοικονόμηση με ενίσχυση της προσφοράς νερού. Στην έρευνα μας η συντριπτική πλειοψηφία (παραπάνω κατά 86,21%) έδειξε διάθεση για εξοικονόμηση και ενίσχυση πόρων, αλλά οι «μη δεσμεύσεις» που καταγράφονται, δείχνουν ότι δεν υπάρχει πλήρης αποδοχή βαθιάς αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου.
Η δεύτερη πρόκληση είναι το βαμβάκι. Το σχέδιο της νέας ΚΑΠ διατηρεί την ειδική ενίσχυση βάμβακος, αλλά θέτει όρο να μην υπάρχει υπερβολική πίεση σε νερό και έδαφος. Στη Θεσσαλία, όπου το βαμβάκι συνδέεται με αρδευτική κανονικότητα, εκκοκκιστήρια, χαμηλή ποιοτική αποτίμηση και commodity παραγωγή, αυτό μπορεί να δημιουργήσει ένταση. Η πολιτική πρόκληση είναι να μη μεταφραστεί η νέα ΚΑΠ απλώς σε «περιορισμό του βαμβακιού», αλλά σε αναβάθμιση ποιότητας, διαφανή ταξινόμηση ίνας, εδαφοκλιματικήζωνοποίηση, καλύτερες ποικιλίες, συμβολαιακά σχήματα και δίκαιη συμμετοχή των παραγωγών στην αξιακήαλυσίδα.
Η τρίτη πρόκληση είναι η αναδιάρθρωση καλλιεργειών. Η μελέτη της Περιφέρειας δείχνει ότι οι παραγωγοί είναι θετικοί σε τεχνολογίες χαμηλότερου ρίσκου —ευφυής άρδευση, μετρητές, φωτοβολταϊκά, ενεργειακές κοινότητες— αλλά πολύ πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε βαθύτερες αλλαγές, όπως η μετάβαση από υδροβόρεςκαλλιέργειες σε ξερικές ή διαφοροποιημένες καλλιέργειες υψηλής αξίας. Επομένως, η νέα ΚΑΠ δημιουργεί πίεση για αλλαγή, αλλά η αλλαγή δεν θα γίνει αν παρουσιαστεί ως απότομη εγκατάλειψη του υφιστάμενου μοντέλου. Χρειάζεται σταδιακότητα, ασφάλεια εισοδήματος, συμβουλευτική και αγορές απορρόφησης.
Η τέταρτη πρόκληση είναι η εμπιστοσύνη. Το νέο σύστημα βασίζεται σε σχέδια, ορόσημα, ελέγχους, πιστοποιήσεις και δεδομένα. Στη Θεσσαλία όμως η μελέτη της Περιφέρειας καταγράφει χαμηλή εμπιστοσύνη στις πιστοποιήσεις, στη συμβουλευτική, στη νομοθεσία και στη συνέχεια των θεσμών. Αν τα νέα eco-schemes σχεδιαστούν κεντρικά και τεχνικά, χωρίς συμμετοχή παραγωγών, θα ενισχύσουν την εργαλειακήσυμμόρφωση και όχι την πραγματική μετάβαση.
Η πέμπτη πρόκληση είναι η διαφοροποίηση ανά Περιφερειακή Ενότητα. Η Λάρισα δείχνει ισχυρή προτίμηση (80,7%) στη διατήρηση των αρδευόμενων εκτάσεων με παράλληλη εξοικονόμιση νερού, αλλά παραμένει κοντά σε λογικές επιδότησης και αύξησης υδατικών πόρων. Η Καρδίτσα, με 84%, φαίνεται πιο συνεπής με τον ελεγχόμενο εκσυγχρονισμό, αλλά διατηρεί κουλτούρα αφθονίας νερού και σύνδεση με το βαμβάκι ως χύμα προϊόν. Τα Τρίκαλα, με 56,5%, δείχνουν πιο υβριδικό και πραγματιστικό μονοπάτι. Η Μαγνησία έχει πιο πλουραλιστική εικόνα και επιζητά πολιτικές που θα αναδείξουν την ποιότητα των προιόνωνκαι των τοπικών χαρακτηριστικών (γεωλογικών, μορφολογικών, πολιτισμικών.
Η έκτη πρόκληση είναι η μετατροπή της Θεσσαλίας σε ειδικό περιφερειακό κεφάλαιο του ελληνικού σχεδίου. Η νέα αρχιτεκτονική επιτρέπει περιφερειακά και εδαφικά κεφάλαια. Η Θεσσαλία έχει ισχυρό επιχείρημα: είναι περιοχή μεγάλης αγροδιατροφικής σημασίας, με πλημμύρες Daniel και Elias, υδατικό έλλειμμα, εξάντληση υδροφορέων, κλιματικό ρίσκο, commoditylock-in, έλλειμμα εμπιστοσύνης και ανάγκη αναδιάρθρωσης. Άρα δεν αρκεί να ενταχθεί σε οριζόντια μέτρα. Χρειάζεται ειδικό θεσσαλικό πακέτο: νερό, έδαφος, καλλιέργειες, ενέργεια, ποιότητα, αγορές, συμβουλευτική, συνεργατικά σχήματα και κοινωνική ανθεκτικότητα.
ΣΧΟΛΙΑ