Η δικαστική απόφαση είναι σεβαστή. Η οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, όμως, εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο πολιτικής ευθύνης.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν το Σύνταγμα επιβάλλει στην κυβέρνηση να επαναφέρει τα δώρα. Είναι εάν μια ευρωπαϊκή χώρα μπορεί να διατηρεί ως μόνιμο καθεστώς μια περικοπή που θεσπίστηκε στην κορύφωση μιας πρωτοφανούς δημοσιονομικής κρίσης.
Σήμερα εκπαιδευτικοί διορίζονται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και καλούνται να συντηρούν δύο σπίτια, υγειονομικοί εργάζονται σε ένα σύστημα με σοβαρές ελλείψεις και χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι βλέπουν το κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους.
Γι’ αυτό η «αξιοπρεπής διαβίωση» δεν μπορεί να εξαντλείται στο ελάχιστο όριο ενός δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας. Αποτελεί πρωτίστως πολιτικό και κοινωνικό ζητούμενο.
Και εδώ αρχίζει η ευθύνη της κυβέρνησης.
Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αυτονόητη υποχρέωση κάθε υπεύθυνης διακυβέρνησης. Ο δημοσιονομικός χώρος, όμως, δεν είναι πολιτικά ουδέτερος. Αποτυπώνει επιλογές και προτεραιότητες.
Όταν επί των ημερών της σημερινής κυβέρνησης καταγράφονται, μέσα στα δύο μόλις τελευταία χρόνια, 1,56 δισ. ευρώ για συμβουλευτικές υπηρεσίες ιδιωτικών εταιρειών προς το Δημόσιο, 12,5 δισ. ευρώ σε απευθείας αναθέσεις και 8,5 δισ. ευρώ σε διαγωνισμούς με έναν μόνο υποψήφιο, είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς πού ακριβώς αρχίζει και πού τελειώνει ο περίφημος «δημοσιονομικός χώρος».
Πολύ περισσότερο όταν το Δημόσιο επιβαρύνεται με πρόσθετα ποσά εξαιτίας καθυστερήσεων και συμβατικών υποχρεώσεων σε μεγάλα έργα: 97 εκατ. ευρώ εγκεκριμένη αποζημίωση για τον ΒΟΑΚ, 363,8 εκατ. ευρώ πρόσθετες επιβαρύνσεις για το αεροδρόμιο Καστελίου, 200 εκατ. ευρώ αποζημιώσεις σε συγκεκριμένη περίοδο για το Μετρό Θεσσαλονίκης και 150 εκατ. ευρώ προς τον κατασκευαστή της Ιόνιας Οδού.
Σε αυτά προστίθενται οι δημοσιονομικές συνέπειες από κακοδιαχείριση, πρόστιμα και καταλογισμούς, όπως στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
ΣΧΟΛΙΑ