Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος διεκδικεί ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωπική του επιστροφή παρουσιάζεται περίπου ως εθνική ανάγκη. Όταν καλούμαστε να συζητήσουμε πρώτα πού θα στεγαστεί, ποιοι θα τον ακολουθήσουν και πώς θα ονομάσει το κόμμα του, αντί για το ουσιαστικό: τι ακριβώς θα κάνει διαφορετικά από όσα έκανε όταν μπορούσε να αποφασίζει;
Η αλλαγή κομματικής στέγης δεν μηδενίζει το πολιτικό κοντέρ. Δεν εξαφανίζει αποφάσεις, επιλογές και ευθύνες. Όποιος επικαλείται την εμπειρία του ως προσόν, οφείλει να δέχεται και τον έλεγχο αυτής της εμπειρίας. Δεν γίνεται το παρελθόν να μετρά μόνο όταν προσθέτει κύρος και να ξεχνιέται όταν γεννά δύσκολες ερωτήσεις.
Τι δεν πήγε καλά; Ποια επιλογή ήταν λανθασμένη; Τι θα αποτρέψει την επανάληψή της; Η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ότι τώρα φταίνε κάποιοι πρώην συνεργάτες και αυτή τη φορά ο αρχηγός κατάλαβε καλύτερα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κατατίθενται προτάσεις. Ο Τσίπρας, για παράδειγμα, παρουσίασε επτά βασικές δεσμεύσεις μαζί με την ίδρυση του νέου φορέα του. Αλλά η ύπαρξη μιας διακήρυξης δεν αρκεί για να πιστοποιήσει την ανανέωση. Χρειάζονται εφαρμόσιμες λύσεις, καθαρό κόστος, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και εξήγηση για το γιατί όσα υπόσχονται σήμερα μπορούν να γίνουν πράξη αύριο. Η λέξη «νέο» στο εξώφυλλο δεν αποτελεί από μόνη της πολιτικό επιχείρημα.
Και υπάρχει η περίπτωση του Ηλία Κασιδιάρη, του οποίου η συνήγορος προαναγγέλλει εκλογική κάθοδο μετά την αποφυλάκισή του. Πρόκειται για εξαγγελία της υπεράσπισής του, όχι για τετελεσμένη συμμετοχή στις εκλογές.
Εδώ χρειάζεται σαφής διαχωρισμός. Η πολιτική κριτική σε δύο πρώην πρωθυπουργούς δεν εξισώνεται με την περίπτωση ενός ανθρώπου καταδικασμένου για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Άλλο η έκτιση μιας ποινής και άλλο η διαγραφή της δημόσιας μνήμης. Η δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα δεν είναι λόγος να αντιμετωπίζεται η διαδρομή της Χρυσής Αυγής ως ασήμαντη υποσημείωση.
ΣΧΟΛΙΑ