Η ανθεκτικότητα μιας Περιφέρειας δεν κρίνεται μόνο από την αποκατάσταση των ζημιών έπειτα από μια κρίση, αλλά και από την ικανότητά της να προετοιμάζεται για διαφορετικές εξελίξεις. Με αυτή την αφετηρία, ο καθηγητής Στάθης Αραποστάθης αναλύει την προετοιμασία της Θεσσαλίας ενόψει της διαπραγμάτευσης για την Κοινή Αγροτική Πολιτική 2028–2034.

Όπως επισημαίνει, τα τελευταία δύο χρόνια αναπτύχθηκαν διαδικασίες μελλοντικών σεναρίων σε συνεργασία με αγρότες και ανθρώπους της παραγωγής. Τα σενάρια δεν παρουσιάστηκαν ως έτοιμες λύσεις, αλλά ως εργαλεία συζήτησης και συνδιαμόρφωσης.

Κεντρικό συμπέρασμα της διαδικασίας είναι ότι «δεν υπάρχει μία Θεσσαλία». Οι διαφορετικές περιοχές έχουν διαφορετική σχέση με το νερό, το έδαφος, τις υποδομές και τις αγορές. Παράλληλα, τέσσερα αλληλένδετα ελλείμματα —νερού, ενέργειας, εμπιστοσύνης και γνώσης— περιορίζουν την ικανότητα προσαρμογής και αλλαγής.

Η Ανατολική Θεσσαλία εμφανίζει μεγαλύτερη ετοιμότητα για πειραματισμό με τεχνολογίες και νέα συστήματα διαχείρισης, εφόσον μειώνεται ο οικονομικός κίνδυνος. Στη Δυτική Θεσσαλία η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα νερού και η σύνδεση με καθιερωμένες καλλιέργειες ευνοούν περισσότερο τον ελεγχόμενο εκσυγχρονισμό. Στα Τρίκαλα προκρίνονται υβριδικές και σταδιακές επιλογές, ενώ στη Μαγνησία η ορεινότητα, οι μόνιμες καλλιέργειες, ο μικρός κλήρος και η σύνδεση προϊόντος και τόπου δημιουργούν δυνατότητες για ποιότητα και τοπικότητα, αλλά απαιτούν θεσμική, τεχνική και εμπορική υποστήριξη.

Η νέα φάση, σύμφωνα με τον κ. Αραποστάθη, είναι η μετάβαση από τα μελλοντικά σενάρια στη διαπραγμάτευση πολιτικής. Η Θεσσαλία δεν αρκεί να δηλώσει τι χρειάζεται· πρέπει να τεκμηριώσει γιατί το χρειάζεται, ποιες περιοχές και ποιοι παραγωγοί αφορά και ποια αποτελέσματα αναμένονται.

Η διαβούλευση εξετάζει την εμπειρία της σημερινής ΚΑΠ, την εισοδηματική στήριξη, τη χωρική διαφοροποίηση, το νερό, τον πλημμυρικό κίνδυνο, τις περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, τη γη και τη διαδοχή, τις επενδύσεις, την ποιότητα, τις αλυσίδες αξίας, τη συμβουλευτική και τα δεδομένα. Στόχος είναι αυτή η γνώση να μετατραπεί σε συγκεκριμένη διαπραγματευτική θέση.