Γράφει ο Νίκος Τινός

«Ναι, έγινε λάθος. Αλλά κι εσείς τότε τα ίδια κάνατε».


Και λοιπόν;


Ας αρχίσουμε από αυτή την ερώτηση. Απλή, σχεδόν ενοχλητική μέσα στην ευκολία του καβγά. Και λοιπόν; Επειδή το έκανε κάποιος άλλος, έγινε σωστό; Επειδή συνέβη και παλιότερα, πρέπει να το δεχτούμε τώρα; Επειδή υπάρχει ένα προηγούμενο, αποκτήσαμε άλλοθι για το επόμενο;


Το παλιό λάθος έχει σημασία. Πρέπει να εξεταστεί, να φανεί αν διορθώθηκε, αν επαναλαμβάνεται, αν συνδέεται με αυτό που συζητάμε σήμερα. Δεν μπορεί όμως να επιστρατεύεται σαν δικαιολογία. Το «έτσι γινόταν πάντα» περιγράφει κάτι που χρειάζεται αλλαγή. Δεν εξηγεί γιατί πρέπει να συνεχιστεί.


Κι όμως, πόσο εύκολα μια συζήτηση φεύγει από το ίδιο το πρόβλημα και καταλήγει στο ποιος δικαιούται να μιλάει γι’ αυτό.

«Εσύ πού ήσουν τότε;»
«Για τον άλλον γιατί δεν έλεγες;»
«Τώρα σε έπιασε ο πόνος;»


Μπορεί να υπάρχει υποκρισία. Μπορεί κάποιος να θυμήθηκε επιλεκτικά την ευαισθησία του. Αυτό αξίζει να επισημανθεί. Αλλά το πρόβλημα που καταγγέλλει υπάρχει ή δεν υπάρχει; Εκεί πρέπει να επιστρέφει η κουβέντα. Η ασυνέπεια εκείνου που ρωτά δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση να δοθεί απάντηση.


Το λάθος δεν παύει να είναι λάθος επειδή το επισημαίνει κάποιος που δεν συμπαθούμε.

Γιατί μας δυσκολεύει τόσο αυτή η παραδοχή; Μήπως επειδή δεν ακούμε μόνο την κριτική σε μια πράξη, αλλά και μια αμφισβήτηση της δικής μας κρίσης; Εμπιστευτήκαμε κάποιον. Τον υποστηρίξαμε. Τσακωθήκαμε ίσως για να τον υπερασπιστούμε. Και τώρα, για να παραδεχτούμε ότι έκανε λάθος, πρέπει να δεχτούμε ότι μπορεί να κάναμε κι εμείς.

Δεν είναι ευχάριστο. Αλλά δεν είναι και καταστροφή.


Μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη. Μπορούμε να πούμε «σε αυτό έκανα λάθος», χωρίς να διαγράψουμε όσα πιστεύουμε. Μπορούμε να συμφωνήσουμε με έναν άνθρωπο σε ένα ζήτημα και να συνεχίσουμε να διαφωνούμε μαζί του σε δέκα άλλα. Δεν χρειάζεται να του παραδώσουμε ολόκληρο τον εαυτό μας επειδή του αναγνωρίσαμε ένα δίκιο.

Η συζήτηση γίνεται ασφυκτική όταν κάθε επιμέρους διαφωνία μετατρέπεται σε δοκιμασία πίστης. Όταν δεν αρκεί να πεις τι συνέβη, αλλά πρέπει πρώτα να δηλώσεις με ποιους είσαι. Όταν η ίδια συμπεριφορά αλλάζει όνομα ανάλογα με το πρόσωπο: στη μία περίπτωση είναι απαράδεκτη, στην άλλη «ας δούμε και τις συνθήκες».

Να τις δούμε. Αλλά να τις βλέπουμε πάντα.

Να ζητάμε τα ίδια στοιχεία, να κάνουμε τις ίδιες ερωτήσεις, να κρατάμε το ίδιο μέτρο. Διαφορετικά, δεν εξετάζουμε την ευθύνη. Διαπραγματευόμαστε πόση από αυτήν μας βολεύει να αναγνωρίσουμε.


Και μέσα σε όλη αυτή την αντιπαράθεση, τι γίνεται με τον άνθρωπο που υφίσταται τις συνέπειες; Εκείνον που περιμένει μια απάντηση, μια αποκατάσταση, μια διαβεβαίωση με αντίκρισμα ότι δεν θα ξαναβρεθεί στην ίδια θέση; Τι του προσφέρει η υπενθύμιση ότι κάποιος άλλος, κάποτε, τα έκανε εξίσου άσχημα;

Δεν του επιστρέφει τον χρόνο του. Δεν διορθώνει τη ζημιά του. Δεν του δίνει καν έναν λόγο να πιστέψει ότι κάτι θα αλλάξει.

Εδώ χρειάζεται, όμως, μια απολύτως καθαρή διάκριση: το να σταματήσουμε τους συμψηφισμούς δεν σημαίνει να σταματήσουμε να αναζητούμε ευθύνες.

Το «ας κοιτάξουμε μπροστά» δεν αρκεί ως απάντηση σε εκείνον που ζητά εξηγήσεις. Το «όλοι μαζί» δεν σημαίνει «όλοι φταίμε το ίδιο». Άλλη ευθύνη έχει εκείνος που αποφάσιζε, άλλη εκείνος που όφειλε να ελέγχει και άλλη εκείνος που δεν είχε ούτε αρμοδιότητα ούτε δυνατότητα παρέμβασης.

Ούτε είναι διχαστικός ένας άνθρωπος απλώς και μόνο επειδή επιμένει να μάθει την αλήθεια. Η συνεννόηση δεν μπορεί να έχει ως προϋπόθεση τη σιωπή του αδικημένου.


Χρειάζεται, λοιπόν, να βρούμε ποιος ευθύνεται. Με στοιχεία, όχι με βάση το ποιο όνομα θα μας ικανοποιούσε να ακούσουμε. Και χρειάζεται να απαιτήσουμε συγκεκριμένες απαντήσεις για τη συνέχεια: τι διορθώνεται, ποιος το αναλαμβάνει, μέχρι πότε και πώς θα ελεγχθεί ότι πράγματι έγινε.

Αυτό θα έδινε περιεχόμενο στο «να μη συμβεί ξανά». Διαφορετικά, μένει μια φράση που χωράει σε κάθε ανακοίνωση και δεν δεσμεύει κανέναν σε τίποτα συγκεκριμένο.

Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε σε όλα για να ξεκινήσουμε. Μπορούμε να διαφωνούμε για τις λύσεις, για τις προτεραιότητες, για τον τρόπο. Αρκεί να δεχόμαστε ότι τα γεγονότα δεν αλλάζουν για να ταιριάξουν στις προτιμήσεις μας και ότι μια διόρθωση είναι χρήσιμη ακόμη κι όταν δεν πιστώνεται σε εκείνον που υποστηρίζουμε.

Ας αναρωτηθούμε ειλικρινά: αν αύριο λυθεί ένα πρόβλημα από κάποιον με τον οποίο διαφωνούμε, θα χαρούμε που λύθηκε; Κι αν αποκαλυφθεί ένα σοβαρό λάθος από κάποιον που εμπιστευόμαστε, θα ζητήσουμε τις ίδιες εξηγήσεις;

Από εκεί αρχίζει η δυσκολία. Όχι από το να καταδικάζουμε όσα κάνουν οι άλλοι. Από το να μην προσφέρουμε εξαιρέσεις σε όσα κάνουν οι δικοί μας.


Το «τις πταίει;» είναι αναγκαίο ερώτημα. Χωρίς αυτό, η ευθύνη μπορεί να χαθεί μέσα σε γενικότητες. Αλλά δεν αρκεί να καταλήξουμε σε ένα όνομα και να συνεχίσουμε σαν να τελείωσε η δουλειά.


Το ζητούμενο δεν είναι να πούμε «δεν φταίει κανείς». Είναι να μη χρειαστεί αύριο να πούμε: «Το ξέραμε. Και το αφήσαμε να ξανασυμβεί».