Σήμερα ανοίγει ξανά το παζάρι του Αλμυρού.
Και κάπως έτσι, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση, έρχονται πίσω εικόνες που νόμιζες ότι είχες ξεχάσει.
Εγώ, όταν ακούω «παζάρι Αλμυρού», δεν σκέφτομαι πρώτα τους πάγκους.
Το παζάρι του Αλμυρού ανοίγει ξανά τις πύλες του. Μα για όσους μεγαλώσαμε μαζί του, δεν είναι απλώς πάγκοι και αγορές. Είναι ήχοι, μυρωδιές, φόβοι, γέλια και εικόνες μιας άλλης εποχής. Ποια είναι η δική σου ανάμνηση;

Σήμερα ανοίγει ξανά το παζάρι του Αλμυρού.
Και κάπως έτσι, χωρίς ιδιαίτερη προειδοποίηση, έρχονται πίσω εικόνες που νόμιζες ότι είχες ξεχάσει.
Εγώ, όταν ακούω «παζάρι Αλμυρού», δεν σκέφτομαι πρώτα τους πάγκους.
Θυμάμαι τον γορίλα.
Εκείνον που ως παιδί φοβόμουν ακόμα και να πλησιάσω. Οι μεγάλοι έλεγαν «έλα, δεν είναι τίποτα», που είναι βέβαια η φράση που εγγυάται ότι ένα παιδί θα τρομοκρατηθεί ακόμη περισσότερο.
Θυμάμαι τον γύρο του θανάτου. Τον θόρυβο από τις μηχανές, τον κόσμο να κοιτάζει προς τα πάνω και εκείνη την αίσθηση ότι βλέπεις κάτι τρομερά επικίνδυνο, άρα προφανώς δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του.
Θυμάμαι τον ήχο από τις γεννήτριες. Έναν μόνιμο βόμβο στο βάθος, σχεδόν το soundtrack του παζαριού.
Τις λάμπες που φώτιζαν τους πάγκους.
Τις φωνές των πωλητών.
Τον κόσμο που περπατούσε στριμωγμένος ανάμεσα σε ρούχα, παιχνίδια, εργαλεία, μικροπράγματα που κανείς δεν είχε σκοπό να αγοράσει μέχρι να τα δει μπροστά του.
Θυμάμαι τη μυρωδιά από την κάπνα και το φαγητό να μπλέκεται στον αέρα.
Και φυσικά τον χαλβά Φαρσάλων. Εκείνο το κομμάτι που έμπαινε στο χάρτινο περιτύλιγμα και αποτελούσε σχεδόν υποχρεωτικό τελετουργικό της επίσκεψης.
Για τα παιδιά, όμως, το παζάρι ήταν κάτι περισσότερο.
Ήταν ένα μικρό ταξίδι.
Πήγαινες από τον έναν πάγκο στον άλλον και κάθε λίγα μέτρα υπήρχε κάτι καινούργιο. Ένα παιχνίδι που ήθελες. Ένα θέαμα που σε φόβιζε. Μια μουσική που ακουγόταν από μακριά. Ένας γνωστός που συναντούσαν οι γονείς σου και σταματούσαν να μιλάνε για μια αιωνιότητα, ενώ εσύ κοιτούσες ήδη το επόμενο παιχνίδι.
Και υπήρχε κάτι ακόμη.
Ο κόσμος.
Για λίγες ημέρες ο Αλμυρός έμοιαζε διαφορετικός. Έβγαιναν όλοι έξω. Συναντούσες ανθρώπους που είχες μήνες να δεις. Παρέες, οικογένειες, παιδιά, παππούδες. Άλλοι πήγαιναν για ψώνια, άλλοι για φαγητό και άλλοι απλώς για τη βόλτα.
Ίσως τελικά αυτό να είναι που μένει περισσότερο.
Όχι τι αγόρασες.
Αλλά με ποιον πήγες.
Ποιος σου κρατούσε το χέρι όταν ήσουν μικρός. Ποιον παρακαλούσες να σου αγοράσει εκείνο το παιχνίδι. Με ποιους φίλους γύριζες αργότερα τους πάγκους ως έφηβος.
Τα χρόνια περνούν, το παζάρι αλλάζει, κάποια πράγματα εξαφανίζονται και άλλα παίρνουν τη θέση τους.
Αλλά αρκεί μια μυρωδιά, ένας ήχος από γεννήτρια ή μια εικόνα ενός φωτισμένου πάγκου για να επιστρέψεις ξαφνικά πολλά καλοκαίρια πίσω.
Εγώ θυμάμαι τον γορίλα που φοβόμουν, τον γύρο του θανάτου, τις γεννήτριες, τον χαλβά, τους πάγκους και εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά του παζαριού.
Εσύ τι θυμάσαι από το παζάρι του Αλμυρού;
Γράψε στα σχόλια τη δική σου εικόνα, μια ιστορία ή κάτι που υπήρχε τότε και σήμερα έχει χαθεί.
Γιατί καμιά φορά η ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα αρχεία.
Βρίσκεται σε αυτά που θυμούνται οι άνθρωποί του.
ΣΧΟΛΙΑ
Εγώ θυμάμαι που αγοράζαμε σχολικά και ρούχα για τον χειμώνα.
Φυσικά τα παιχνίδια και τον χαλβά Φαρσάλων.